Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Οι λέξεις


Η μαμά δεν ήταν μορφωμένη. Ως παιδί της κατοχής κατάφερε να πάρει μόνο τα απαραίτητα από το σχολείο. Παρόλα αυτά ήταν το πιο κοφτερό μαθηματικό μυαλό που έχω συναντήσε ποτέ. Μάλιστα έλεγε με περηφάνεια πως στο δημοτικό είχε κερδίσει τον διαγωνισμό μαθηματικών και πως το έπαθλο ήταν μια κούτα με μπισκότα Παπαδοπούλου. Κι ακόμα, πως όταν τελείωσε το δημοτικό και δεν συνέχισε για το γυμνάσιο, η δασκάλα της τα έψαλε στους γονείς της που στέρησαν από την ανθρωπότητα τον κλώνο του Τζον Νας.
Το περίεργο είναι πάντως ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε, όχι μόνο έβριθε από λεκτικούς μακαρονισμούς, αλλά πως οι λέξεις αποκτούσαν στα χέρια και το στόμα της εντελώς διαφορετική έννοια.  Και  είναι αξιοσημείωτο το πόσο διαφορετική ήταν η ακουστική των λέξεων αυτών, όταν τις χρησιμοποιούσε εκείνη. Με μοναδικό της εφόδιο το ταπεραμέντο της και την πεποίθηση ότι όποιος ξέρει να μιλάει οφείλει να επιστρατεύει ένα σωρό λεκτικές φανφάρες προκειμένου να πείσει τον συνομιλητή του ότι ξέρει τι λέει, μου τις αράδιαζε συνεχώς. Κι ενώ τότε την ειρωνευόμουν κατάφατσα, σήμερα και τί δεν θα έδινα προκειμένου να τις ακούσω ξανά. Πιάνω τον εαυτό μου κάποιες φορές να τις λέω δήθεν για πλάκα, όμως στην πραγματικότητα το κάνω μόνο για να τις ακούσω κι η ίδια ξανά, να καταγράψω μέσα μου λίγη από την ακατέργαστη, αισθαντική ημιμάθειά της και να την ξαναπιάσω στο στόμα μου.
Καταγράφω όσες θυμάμαι σημειώνοντας ταυτόχρονα την εννοιολογική και σημειολογική τους υπόσταση (αν υπάρχει δηλαδή κάτι τέτοιο).
Αλήτω: Μαμαδίστικη σλανγκ για το αλήτισσα.
-«Ούτω να την δω στα μάτια μου ξανά την παλιοαλήτω».
Βασσάρα/Ελενάρα: Γειτόνισσες και οι δύο, αγαπημένες της μαμάς. Η κατάληξη «άρα» προσδίδει εκτόπισμα στα ούτως ή άλλως πληθωρικά κυβικά τους.
-«Πετάχτηκα από τη Βασσάρα χθες να την παρηγορήσω για τον ξαφνικό χαμό του 4ου άντρα της».
Γκιόσσα: Κατσικομούρα, αντιπαθέστατη γυναίκα.
-«Μα να μου μιλήσει με τέτοιο στόμφο η παλιογκιόσσα;».
Γύναιο: Κατώτατος γυναικείος χαρακτηρισμός, υποδεικνύει το ήθος και την χαμέρπεια. Χρησιμοποιούταν κατά κόρον με το πρόθεμα «παλιό».
«Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο το παλιογύναιο».
Διάτανε: Ο σαματατζής, ο άτακτος που την ενοχλεί ενώ προσπαθεί να κάνει κάτι.
«Σταμάτα λίγο ρε διάτανε να ακούσω τί μου λένε στο τηλέφωνο».
Δραγουμάνος: Αυτός που πετάγεται συνεχώς και δεν την αφήνει να μιλήσει ασκώντας της κάποιο είδος καταπίεσης.
-«Τώρα εσύ, τι παριστάνεις, τον Δραγουμάνο που θα σε φοβηθώ;»
Εντάξει και παραεντάξει: Υπέρ του δέοντος εντάξει.
-«Μην ανησυχείς για μένα, εγώ είμαι εντάξει και παραεντάξει».
Θα σου φάω το κρέας: Θα με κάνεις κανίβαλλο. Έκφραση έντονης ζοχάδας η οποία συνοδευόταν πάντα με μια σφικτή γρονθιά την οποία δάγκωνε μέσα στο στόμα της στην προσπάθειά της να πνίξει την παρόρμησή της για να δαγκώσει κάποιον, συχνά η έκφραση συνοδευότανε και με την κατάληξη «ιιιιιιχ».
-«Φύγε από μπροστά μου μη σε βλέπω, θα σου φάω το κρέας, ιιιιιχ»!
Θεωρητικιά: Γυναίκα με αδιαπραγμάτευτη ομορφιά.
-«Αυτή η γυναίκα μου αρέσει, είναι θεωρητικιά».
Κατσομάρω: Η αχτένιστη και απεριποίητη. Η περιβόητη Κατσομάρω ήταν ένα κοριτσάκι μια πόρτα παραδίπλα στην αυλή που ζούσε η μαμά παιδάκι στην κατοχική Αθήνα του ‘40. Ήταν συνέχεια απεριποίητο και αχτένιστο γι’ αυτό τα υπόλοιπα παιδιά μαζεύονταν γύρω του φωνάζοντας και γελώντας δυνατά «Κα-τσο-μά-ρω Κά-τσο-μά-ρω»! Κάθε φορά που με έβλεπε αχτένιστη μου έλεγε:
-«Πώς είσαι έτσι, Κατσομάρω, πήγαινε βάλε καμιά χτένα στο κεφάλι σου».
Κατσούλικο/κατσουλάκι: Μικρό σε μέγεθος.
-«Μωρέ τι κατσούλικο κομμάτι είναι αυτό που έκοψες;»
Κουρελαρία: Παντελόνι τζιν συνήθως ξεβαμμένο, σκισμένο, αγαπημένο εφηβικό φετίχ που είθισται να βγαίνει από το σώμα μοναχά με χειρουργική επέμβαση.
-«Τι κουρελαρία είναι αυτή που φοράς καλέ; Φόρεσε μια φουστίτσα να φαίνεσαι κοριτσάκι».
Κούρσα: Αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού.
-«Ήρθε ένας και την πήρε με μια μπλε κούρσα».
Κουρσάκι: Αυτοκίνητο μικρού κυβισμού, Σμαρτ, ή Ζάσταβα.
-«Ήρθε ένας και την πήρε με ένα μπλε κουρσάκι».
Κωλιά: Τα γυναικεία οπίσθια.
-«Με αυτό το μαγιό φαίνονται τα κωλιά σου».
Λαδίκλα: Λεκές λαδιού πάνω σε μπλούζα, τον οποίο από ηθική υποχρέωση καλούταν να τον τρίβει στο χέρι με τις ώρες. Της την έδινε στα νεύρα μόνο που το σκεφτόταν.
-«Πήγαινε βάλε κάτι πρόχειρο για να μην πέσει πάνω σου καμία λαδίκλα».
Λίγδης: Πέρα από κάθε λογική πρόβλεψη, ο λίγδης στο προσωπικό λεξικό της μαμάς δεν έφερε την έννοια του φτωχού, αλλά του τσιγγούνη.
«Μα να μην κρατάει στα χέρια του ούτε μια παστούλα ο λίγδης».
Λιγδού: Η έχουσα λαδίκλα πάνω στα ρούχα της.
Παλιολιγδού δεν βλέπεις ότι έχεις γεμίσει τα ρούχα σου με λίγδες; Ποιος θα σου τις τρίψει αυτές»;
Μπριόζα: Γυναίκα με μπρίο.
Η Βουγιουκλάκη δεν ήταν ποτέ πολύ όμορφη, αλλά είχε μπρίο».
Μπρος: Κάθε φορά που για κάποιο λόγο έπρεπε να τσιτάρουμε όλοι, φώναζε δυνατά «μπρος, μπρος», εις διπλούν. Για παράδειγμα όταν με έκανε μπάνιο μικρή και με έτριβε δυνατά με το πεσκιρόπανο ή μετά όταν μου έβαζε καθαρό οινόπνευμα με το σκεπτικό ότι έτσι θα είμαι το πιο καθαρό  παιδάκι.
-(Τρίβοντάς μου με δύναμη το σκαλπ): «Μπροοοοος, μπροοοοος»...
Ξινίθρα: Το φαγητό μέσα στο οποίο έχει πέσει πολύ λεμόνι ή ξίδι.
«Απαπαπα, ξεχάστηκα φαίνεται καθώς έριχνα λεμόνι και η σούπα μου βγήκε σωστή ξινίθρα».
Όρνιο: Ντιπ για ντιπ βλάκας.
«Μα δεν σου έκοψε να τον ρωτήσεις πότε θα έρθει, βρε όρνιο»;
Πάπαρος:Ο εύσωμος ή χοντρός παπάς. Πέρα από τα υπόλοιπα, η μαμά αντιμετώπιζε σοβαρά θέματα αισθητικής κάθε φορά που έβλεπε μπροστά της παπά.
«Τον βλέπω τον πάπαρο να περνάει στολισμένο σαν λατέρνα και μου γυρίζουν τα συκώτια».
Πατσαβουρόγρια: Χαρακτηρισμός που δεν κολακεύει καθόλου, ιδιαίτερα όταν τον απήυθυνε σε άντρες, σελέμπριτις, πρώην ζεν πρεμιέ που κακογεράσανε.
«Α παπαπαπα, πως κατάντησε έτσι ο Π….., σωστή πατσαβουρόγρια».
Πουρού/δες: Γυναίκα καπνίστρια που τη βλέπει να ρουφάει τον καπνό απολαμβάνοντας την αποτρόπαια πράξη.
«Δεν μπορώ να την βλέπω να καπνίζει μέσα στο σπίτι, την πουρού».
Πρεζού/δες: Αυτή που καπνίζει σαν τσιμινιέρα.
«Η αδελφή σου έχει καταντήσει σωστή πρεζού από το πολύ τσιγάρο».
Πεσκιρόπανο: Μικρό τετράγωνο πετσετάκι με το οποίο κάνεις μπάνιο, ιδανικό για απαλή απολέπιση του σώματος.
-«Πήγαινε στην ντουλάπα που έχω τα πεσκιρόπανα και φέρε ένα».
Πουλαρίτσα (μου): Τρυφερή έκφραση υπέρτατης αγάπης, απευθυνόμενη σε εγγόνια.
«Πάρε πουλαρίτσα μου λίγο παγωτάκι και να πεις στη μάνα σου την τρελάρα ότι η γιαγιάκα στο επέτρεψε».
Σκατολοϊδια: Τα άνευ ουσίας, συνήθως υπερτιμημένα πράγματα.
«Το μαγαζί αυτό δεν είχε τίποτα της προκοπής, μόνο σκατολοϊδια που σου γεμίζουν την ντουλάπα».  
Τζάνταλα, μάντζαλα: Η περιττή σαβούρα που γεμίζει τα συρτάρια.
«Βοηθήστε με να μαζέψω τα τζάντζαλα  μάντζαλα που έχει το τραπέζι για να φάμε καμιά φορά».
Τουφομαλούθρα: Η τούφα που πέφτει στο μέτωπο και κρύβει τα μάτια.
-«Βγάλε την τουφομαλούθρα από το μάτι σου μην σωριαστείς και πέσεις».
Τσουλού/δες: Το πουτανάκι
«Δεν θέλω να ανοίγω την τηλεόραση, όλο τσουλούδες έχει».
Υπαρξίστρια: Αυτή που γεμίζει με σκουλαρίκια το αυτί και το σώμα της. Η λέξη έχει και άλλες εφαρμογές, κυρίως στο εμπνευσμένο, γκόθικ μακιγιάζ.
-«Πήγαινε σκούπισε λίγο το κραγιόν σου, σαν υπαρξίστρια είσαι».
Χαζομαρία/ες: Ανοησία, βλακεία, κουταμάρα.
«Τώρα υποτίθεται ότι αυτό είναι έργο τέχνης; Αυτό καλέ είναι σωστή χαζομαρία»!
Ψοφίκλω: Το πολύ κρύο, υπερθετικός του ψόφος.
«Μπρρρρ, άναψε γρήγορα το καλοριφέρ να ζεσταθούμε γιατί κάνει ψοφίκλω».
Ψωμούκλα: Ψωμί βουτηγμένο σε λάδι, υπέρτατα δαιμονοποιημένο λόγω περιττών θερμίδων.
«Αν θες να αδυνατίσεις να τρως από όλα κι από λίγο και κυρίως να κόψεις τις ψωμούκλες».

Προφανώς με τον καιρό θα μου έρχονται κι άλλες λέξεις ή εκφράσεις από το ιδιαίτερο λεξικό της μαμάς, οπότε σταδιακά θα τις συμπληρώνω στο αλφαβητάρι. Από αυτό μπορείτε να πάρετε μ ια μικρή γεύση για την πολυσύνθετη αυτή, σουρεάλ περσόνα ή ακόμα και να βρείτε κοινά σημεία οπτικοποιώντας στις εκφράσεις αυτές και τη δική σας μητέρα. Σε κάθε περίπτωση μην σταματάτε να ειρωνεύεστε και να διακωμωδείτε τη μαμά σας, σαν παιδί που διανύει παρατεταμένη εφηβεία. Έτσι, σας διαβεβαιώ, οι λέξεις αποκτούν όλη τους την σημασιολογία, ταξιδεύουν κι αφήνουν τα αισθητικά αποτυπώματα του ανθρώπου που τις πρόφερε κάποτε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μυαλού και της μνήμης και κυρίως, έχουν περισσότερο πλάκα.

8 σχόλια:

  1. Οι λέξεις, όπως πολύ σοφά το λέτε, «ταξιδεύουν κι αφήνουν τα αισθητικά αποτυπώματα του ανθρώπου που τις πρόφερε κάποτε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μυαλού και της μνήμης». Είναι μαγεία. Αληθινά ξόρκια.
    Lou

    Υ.Γ.1: Αν ο Tennessee Williams γνώριζε τη μητέρα σας θα ήθελε από τη χαρά του να την πάρει σπίτι του. Είστε πολύ τυχερή που σας έτριβε με το πεσκιρόπανο!
    Υ.Γ.2. H Υπαρξίστρια είναι όλα τα λεφτά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ Lou, αν ο Tennessee ήθελε τη μαμά μου, με χαρά θα του την έδινα, και αυτή και τα πεσκιρόπανά της. Έτσι, να έπαιρνε μια γλύκα ο παλιοϋπαρξιστής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κόρη είστε ακαμάτρα... Ντροπή. Δεν δίνουμε με τέτοια ευκολία το πεσκιρόπανο στον καθένα. :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σήμερα το απόγευμα, όπως και κάθε απόγευμα τις τελευταίες 10 μέρες, έκανα παρέα στη μαμά μου (Βάσω) γιατί είναι "καθηλωμένη" στο κρεβάτι όπως λέει, με μάγκωμα του γονάτου, τελείως ακινησία και πολύ πολύ πολύ μίρλα... (θα με αφήσετε στο κρεβάτι να πεθάνω, γαμώ το ΙΚΑ μου, φέρτε μου κάποιον "ειδικό" να μου πει τι έχω... και άλλα τέτοια στο πιο δακρύβρεχτο). Ο "ειδικός" βέβαια έχει πει ακινησία ξεκούραση, να χάσει κιλά και σταδιακά θα επανέλθει. Απ'την άλλη ο πατέρας μου, που το παίζει ειδικός, (στην πραγματικότητα είναι ταξιτζής και πιστεύει ότι έχει γνώσεις πάνω σε όλα, ιατρικά πολιτικά κοινωνικά και κυρίως μουσικοχορευτικά, ακούει Blackman, derti fm ανακατεμένο με Νταλάρα, Locomodo και Πανούση, μέχρι και σε συναυλία του τελευταίου ήθελε να πάει το καλοκαίρι και τραγουδούσε με στόμφο στο άσχετο: γαμάτε γιατί χανόμαστε χανόμαστε... Τελικά τα Χριστούγεννα του πήρα το cd για να εκτονώνεται, και αυτό πάντα κρυφά απ'τη μάνα μου γιατί τον κράζει και λέει ότι την ντροπιάζει με αυτά που ακούει)...
    Ο πατέρας μου λοιπόν, δεν την πιστεύει και λέει ότι έχει ψυχοσωματικά... και δεν έχει και άδικο εδώ που τα λέμε γιατί σήμερα μας ξεφούρνισε ότι πονάει και το άλλο της γόνατο...
    Εγώ τώρα, σαν μεγάλη και υπεύθυνη κόρη, για να την κάνω να ξεχαστεί και να γελάσει σκέφτηκα να της διαβάσω "τις λέξεις" για να παραληρήσει και μόνη της τις ομοιότητες με την "μαμά" και αν μη τι άλλο να το διασκεδάσει. Το αποτέλεσμα ήταν να βάλει τα ψευτοκλάματα γιατί, αν έχεις τον Θεό σου, κάποια κόρη ακαμάτρα, λέει, γράφει όλα αυτά και με παρακινεί να την διακωμωδώ και να την ειρωνεύομαι ακόμα και πάνω στο κρεβάτι του πόνου...
    Όπως θα λεγε και η μαμά σου: Τόσο κατσούλικο μυαλό έχει η Βασσάρα, σε ρωτάω;
    Και σε ρωτάω επίσης, μήπως να κάνεις ένα blog και για κείνη;
    Με εκτίμηση και αληθινή αγάπη, εγώ, ο φίλος μου και ο σκύλος μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αγαπητέ Lou, ο αναμάρτητος πρώτος το πεσκιρόπανο βαλέτω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αγαπητή MARINA, καμία μαμά δεν πρόκειται να περάσει καλά με αυτό το μπλογκ. Ούτε καν η δική μου, αν καταλάβαινε πως η κατάστασή της με έχει ρίξει στη φρι διαδικτυακή αυτο-ψυχοθεραπεία. Αντί να ερεθίζετε το νευρικό σύστημα της Βασσάρας με αναγνώσεις, δώστε της ένα downtown ή ένα hello, κάντε της μια σουπίτσα και αφήστε τη ήσυχη στο κρεβάτι του πόνου να ξεδιπλώσει όλο το μεγαλείο των υπέροχων μαμαδίστικων ντραμακουινισμών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή