Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου

Η Μήδεια εμφανίστηκε μπροστά μου ένα καυτό μεσημέρι εντελώς ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι. Κρατούσε μια μικρή σακούλα και μέσα σε αυτή είχε όλα της τα υπάρχοντα. Της δείξαμε το δωμάτιό της (η πρώην κρεβατοκάμαρα της μαμάς) και το πρώτο πράγμα που έκανε είναι να κολλήσει μια εικόνα του Άγιου Νίκωνα με σελοτέιπ πάνω στον τοίχο του δωματίου δίπλα στο αντικερί κομοδίνο με το λαδί βίντατζ λαμπατέρ (τώρα που το σκέφτομαι πάει γάντι). Δεν μιλούσε γρι ελληνικά και νομίζω πως μας φοβόταν περισσότερο από όσο φοβόμασταν εμείς εκείνη. Μικροσκοπική, λιπόσαρκη και με ύψος λιγότερο από ένα πενήντα αρχικά με προβλημάτισε για το πώς θα φρόντιζε επαρκώς μια γυναίκα με τόσες ανάγκες σαν τη μαμά.
Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν πως στο βλέμμα της είχε μια συστολή αληθινή, καθώς και μια φυσική ευγένεια. Μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι καλή πάστα ανθρώπου. Σε αυτό συνηγορούσε το παρουσιαστικό, μα κυρίως η φωνή της. Λεπτή, σχεδόν κοριτσίστικη, αλλά συνάμα ζεστή και μειλίχια. Και φυσικά το όνομά της. Μήδεια. Αυτό από μόνο του με κέρδισε περισσότερο και από το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε άλλη εναλλακτική από το να την προσλάβουμε για μπέιμπι σίτερ της μαμάς. Βλέπεις, για αρκετό καιρό μέχρι τότε,  αλλάζαμε τη μία γυναίκα μετά την άλλη. Την πρώτη τη λέγανε Όλγα. Ήταν Ρωσίδα με πτυχίο μηχανικού (λέει) και επιβίωνε με τόνους «Κουόκα Κουόλλα» και τίποτα άλλο. Στο πρόσωπό της, αλλά και στη μανία της για τα κινητά τηλέφωνα και τα λόγκος στα ρούχα έβλεπες το ίδιο το καθεστώς της περεστρόικα όπως και τη διάλυσή του. Κυρίως όμως έβλεπες τη λύσσα για Κουόκα Κουόλλα. Η Όλγα είχε έρθει σε μια φάση που η μαμά άρχιζε να παίρνει την κατηφόρα και μας εγκατέλειψε όταν άρχισε να παίρνει την κατρακύλλα. Στα πολύ πολύ βασικά ήταν οκ. Μας άφησε για να ξαναγυρίσει στη Μόσχα και να χορέψει την λίμνη των κύκνων στα Μπολσόι ή να βρει δουλειά στην Κουόκα Κουόλλα. No hard feelings.
Η δεύτερη ήταν πολύ σκληρή για να πεθάνει. Στις δυο μέρες που κάθισε μαζί μας η κυρία Ελένη με τρέλανε στις αφηγήσεις για το Τσέρνομπιλ. Ανάλογα με τη φάση που την πετύχαινες σου έλεγε πως είχε πτυχίο ιατρικής, ή πυρηνικής φυσικής, ή διατροφολογίας ή οργανικής χημείας .Και ήταν ντιπ για ντιπ τρελή. Όσους δεν έφαγε το Τσέρνομπιλ στην Ουκρανία τους έφαγε η ίδια. Για ώρες αβάσταχτες -για το αυτί μου- μονολογούσε με ιδιαίτερη χαρά για τα θανατερά περιστατικά -που έσπερνε στο διάβα της-. Και πάνω που έλεγες πως δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τις αφηγήσεις της, εντελώς ξαφνικά έκανε κάτι ακατάληπτο: ‘Εβγαζε την τεράστια γλώσσα της έξω και σαν βατράχι κατάπινε τις μύγες και τα κουνούπια που πετούσαν μπροστά της. Την πρώτη φορά νόμισα ότι το έκανε κατά λάθος. Αργότερα κατάλαβα ότι τρεφόταν με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς με την ίδια λαχτάρα με την οποία μιλούσε για θανάτους και καρκίνους. Σε ένα μισάωρο μαζί της έχασα δυο τρεις φορές τις αισθήσεις μου και έπεσα κάτω με νευρικούς σπασμούς, σοκ επιληψίας και κρίση πανικού. Παρόλα αυτά τη διώξαμε μόνο όταν τη συλλάβαμε επ’ αυτοφώρω να γλύφει με την τεράστια γλώσσα και το πρόσωπο της μαμάς, η οποία αν και με αλτσχάιμερ, άρχισε να φωνάζει «au secours»  αντί για «βοήθεια» γιατί εκείνη την ώρα αυτό θυμήθηκε να πει.
Η τρίτη ήταν απλώς επαγγελματίας πόρνη.  Μας το σφύριξε, έστω και με ένα μήνα καθυστέρηση, η γειτονιά που βλέπει μα δεν μιλάει γιατί κοιτάει πάντα τη δουλειά της. Με το που γυρίζαμε την πλάτη μας και την αφήναμε μόνη λέει έφερνε πελατεία στο σπίτι, κάτι που δεν θα μας πείραζε τόσο αν μέσα σε αυτό δεν είχαμε ξεχάσει κάτι βασικό, γκούχου γκούχου, α, ναι, τη μαμά. Στη διάρκεια της θητείας της η μαμά έχασε τα αυγά και τα πασχάλια και μαζί με αυτά κάθε επαφή με το περιβάλλον. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι ο Κοκκινόπουλος θα μπορούσε να κάνει έναν κύκλο επεισοδίων του Κόκκινου Κύκλου αν γνώριζε το περιστατικό. Το περίεργο είναι πως έκανα ντιλίτ το όνομά της. Θυμάμαι όμως ότι τσακωνόταν στο τηλέφωνο συνεχώς (τώρα καταλαβαίνω με ποιον), φορούσε συνεχώς μπλουζάκια με παγιέτες (τώρα καταλαβαίνω γιατί), στα ρεπό της καθυστερούσε περίπου μια βδομάδα να επιστρέψει και όταν επέστρεφε τελικά τρέκλιζε ελαφρώς –δικαιολογούνταν όμως πως είχε γενέθλια η κουμπάρα της συνυφάδας του μπατζανάκη της αδελφής της και ήταν ειδική περίπτωση- (τώρα καταλαβαίνω ότι η κουμπάρα της συνυφάδας του μπατζανάκη της αδελφής δεν έσβησε ποτέ κεράκια) και πως παρά το γεγονός ότι δεν καθάριζε ποτέ, έστρωνε ανά δύο μέρες καινούργια σεμεδάκια παντού (εδώ ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τίποτα). Ο όχι και τόσο σουηδικός χωρισμός μας περιελάμβανε ντραμακουινισμούς τύπου «άει άει άει, βάει βάει βάει, αχ, η καρδιά μου σβήνω» αλλά και τρισκατάρατους στα γεωργιανά που στα ελληνικά μεταφράζονται «θα τα πω όλα στον νταβατζή μου και αει σιχτίρ μαλάκες που με κάνετε να ψάχνω για νέο άντρο κοσομανσιόν» και τολμώ να πω ότι κάναμε μια ωραία αλμοδοβαρική ατμόσφαιρα.
Και τότε ήρθε η Μήδεια σαν από μηχανής θεός. Σε λίγες βδομάδες μαζί της η μαμά είχε ήδη αρχίσει να επανακάμπτει. Αυτό έχει να κάνει με ένα πλήθος παραγόντων που θα αναλύσω σε άλλο ποστ.
Η Μήδεια είναι αυστηρή χορτοφάγος και οπαδός της ολιστικής –πιο ολιστικής καίγεσαι- θεραπείας. Για όλα έχει μια μυστική συνταγή από την Γεωργία η οποία αν δεν σε σκοτώσει επί τόπου, σε κάνει αναπόφευκτα πιο δυνατό. Έτσι για παράδειγμα την είδα να βάζει κομπρέσες στους αστραγάλους και τα γόνατα της μαμάς όταν η τελευταία είχε σηκώσει πυρετό και παραλληρούσε, να μου μαθαίνει τα μυστικά του κεφίρ, ή ακόμα να μου προτείνει να κάνω επάλειψη στις αμυγδαλές μου με καθαρό πετρέλαιο προκειμένου να ξεπριστούν. Όπως θα ήταν φυσικό για μια τέτοια περίπτωση, η μαγειρική δεν είναι το φόρτε της. Κάθε φορά που μπαίνω σπίτι διαποτίζει τους πόρους μου μια μπουκωμένη μυρωδιά που αναδύεται από την κατσαρόλα της και προδίδει όλο το βουλγκαριτέ του σκόρδου! Μπορεί να της έχουν τελειώσει τα είδη πρώτης ανάγκης, γάλα, τυρί, φρούτα, όμως εκείνη στη λίστα του σούπερ μάρκετ πρώτα θα μαρκάρει το σκόρδο και μετά οτιδήποτε άλλο. Για κάθε φαγητό έχει την ίδια και απαράμιλλη τεχνική. Ρίχνει σκόρδο, κρεμμύδι, οτιδήποτε έχει το ψυγείο και η κατάψυξη, ανακατεύει σαν τον δρυίδη στον Οβελίξ και βουαλά η παέγια της τεμπέλας. Ευτυχώς ή δυστυχώς το αλτσχάιμερ της μαμάς είναι τόσο προχωρημένο που δεν καταλαβαίνει γρι τι τρώει κι έτσι ο ουρανίσκος της κοιμάται ήσυχος.
Αν δεν δεις ταυτότητα δεν μπορείς με τίποτα να σχηματίσεις άποψη για την ηλικία της. Μπορεί να είναι 30 μπορεί και 100, είναι το  μινιόν του παρουσιαστικού και η ψιλή φωνίτσα που σε μπερδεύει. Χάρη στο μίνι σάιζ της, ταξίδεψε κρυμμένη σε μυστική κρυψώνα μέσα στο πούλμαν από τη Γεωργία στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Και είναι άξιο απορίας το πώς αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα καταφέρνει να κουλαντρίσει τη μαμά. Την ίδια απορία και έκπληξη ζωγραφισμένη σε κάθε έκφραση του προσώπου μου είχα όταν την ρώτησα τι δουλειά έκανε στη χώρα της. «Εγκώ μαγκανούμι, μαγκανούμι, μπουμ μπουμ», μου επαναλάμβανε για να καταλάβω με τα πολλά ότι δούλευε σε ανθρακωρυχείο με μαγκάνιο και έβαζε δυναμίτη για να ανατινάξει τις πέτρες τρέχοντας και φωνάζοντας μπι μπιπ σαν το κογιότ.
Στον μισό χρόνο που είναι μαζί της η μαμά ακολουθεί αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα –το οποίο ως γνωστόν οι ασθενείς με αλτσχάιμερ χρήζουν απαραιτήτως-. Τη βγάζει βόλτα πρωί και απόγευμα και στο μεσοδιάστημα της κάνει γιόγκα και πιλάτες και χορεύει μαζί της σονάτες του Σούμπερτ που της αρέσει πολύ. Όταν της κάνω δώρα καλλυντικά χαίρεται σαν παιδί. Ειδικά όταν της αγόρασα κρέμα προσώπου (άσε που έτσι άφησε ήσυχη την νταμιτζάνα με το λάδι η οποία εκτελούσε χρέη υδατικής), λιπ γκλος και σκιές ματιών. Το μόνο κακό είναι ότι δεν κρυώνει ποτέ και επιπλέον θεωρεί πως το καλοριφέρ είναι όργανο του σατανά. Το ίδιο νομίζει και για τον φούρνο μικροκυμμάτων (αλλοιώνει και την αλυσίνη του σκόρδου βλέπεις),τον θερμοσίφωνα για το ζεστό νερό, το κοτόπουλο και τη Βίκυ Χατζηβασιλείου. Σήμερα το απόγευμα με εκνεύρισε τόσο που ήθελα ευχαρίστως να την πνίξω, όμως μετά μου είπε λυπημένη ότι ψόφησε η «γελάδα» της στη Γεωργία. Πραγματικά για μια στιγμή άρχισα να συμπάσχω κι εγώ για την οχτάχρονη τροφαντή αγελαδίτσα που πήγε άκλαφτη  αν δεν έβλεπα εκείνη την ώρα τη μαμά να την κοιτά διεισδυτικά –έστω και  με το ένα μάτι μόνο-, να σηκώνει χαρακτηριστικά το φρύδι της και να μετατρέπει την θανατερή πληροφορία για το ζωντανό με τη σύγχιση του μυαλού της σε μόνο μια αντίδραση: «Αχαχαχαχαχαχαχαχααααα»!