Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή

Κι όμως καμιά φορά συμβαίνει κάποιος να εξαφανίζεται χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος πίσω του.
Σαν να μην υπήρξε ποτέ το πρόσωπο και οι ρυτίδες του. 
Τα αυλακωμένα χείλη και τα ροζιασμένα δάχτυλα. 
Τα δάκρυα στο ψωμί του. 
Το κατακάθι στο φλιτζάνι του καφέ.
Το πρώτο άρωμα της μέρας και η πίκρα στο ζωμό των βρασμένων χόρτων του.
Κανονικά δεν πρέπει να αναζητήσεις έναν εξαφανισμένο ποτέ. Πότε πότε μόνο να του γράφεις ένα γράμμα προς αζήτητες διευθύνσεις που να μιλάει για αυτά που βρήκες χάνοντάς τον (αλλά όχι για όσα έχασες που τον έχασες), έτσι για να χτικιάσει το κομμάτι του εγκεφάλου που οδηγεί το τρένο της μεγάλης φυγής.
Σάλιωσε με προσοχή το γραμματόσημο τώρα να κολλήσει καλά η ευθύνη που σου αναλογεί. Ωραία μέρη τροπικά βυθίζονται στους πορτοκαλί ήλιους της συνείδησης.
Πάμε πάλι. Κι απόψε θα με λησμονήσεις ε;
Στείλε έστω μια φτηνιάρα καρτ ποστάλ. Ένα νεύμα του βλεφάρου να μου πει πως ο εγκέφαλος δεν λιώνει στο κωλοδιαμέρισμα μες τον δεκαπενταύγουστο.
Μην μου γλύφεις τα αυτιά. Σιχαίνομαι τις γλώσσες όλες. 
Ειδικά τις νεκρές.
Για ποιον χτυπάει η Κόπα..κόπα - κα..κόπα καμπάνα;

 

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου

Η Μήδεια εμφανίστηκε μπροστά μου ένα καυτό μεσημέρι εντελώς ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι. Κρατούσε μια μικρή σακούλα και μέσα σε αυτή είχε όλα της τα υπάρχοντα. Της δείξαμε το δωμάτιό της (η πρώην κρεβατοκάμαρα της μαμάς) και το πρώτο πράγμα που έκανε είναι να κολλήσει μια εικόνα του Άγιου Νίκωνα με σελοτέιπ πάνω στον τοίχο του δωματίου δίπλα στο αντικερί κομοδίνο με το λαδί βίντατζ λαμπατέρ (τώρα που το σκέφτομαι πάει γάντι). Δεν μιλούσε γρι ελληνικά και νομίζω πως μας φοβόταν περισσότερο από όσο φοβόμασταν εμείς εκείνη. Μικροσκοπική, λιπόσαρκη και με ύψος λιγότερο από ένα πενήντα αρχικά με προβλημάτισε για το πώς θα φρόντιζε επαρκώς μια γυναίκα με τόσες ανάγκες σαν τη μαμά.
Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν πως στο βλέμμα της είχε μια συστολή αληθινή, καθώς και μια φυσική ευγένεια. Μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι καλή πάστα ανθρώπου. Σε αυτό συνηγορούσε το παρουσιαστικό, μα κυρίως η φωνή της. Λεπτή, σχεδόν κοριτσίστικη, αλλά συνάμα ζεστή και μειλίχια. Και φυσικά το όνομά της. Μήδεια. Αυτό από μόνο του με κέρδισε περισσότερο και από το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε άλλη εναλλακτική από το να την προσλάβουμε για μπέιμπι σίτερ της μαμάς. Βλέπεις, για αρκετό καιρό μέχρι τότε,  αλλάζαμε τη μία γυναίκα μετά την άλλη. Την πρώτη τη λέγανε Όλγα. Ήταν Ρωσίδα με πτυχίο μηχανικού (λέει) και επιβίωνε με τόνους «Κουόκα Κουόλλα» και τίποτα άλλο. Στο πρόσωπό της, αλλά και στη μανία της για τα κινητά τηλέφωνα και τα λόγκος στα ρούχα έβλεπες το ίδιο το καθεστώς της περεστρόικα όπως και τη διάλυσή του. Κυρίως όμως έβλεπες τη λύσσα για Κουόκα Κουόλλα. Η Όλγα είχε έρθει σε μια φάση που η μαμά άρχιζε να παίρνει την κατηφόρα και μας εγκατέλειψε όταν άρχισε να παίρνει την κατρακύλλα. Στα πολύ πολύ βασικά ήταν οκ. Μας άφησε για να ξαναγυρίσει στη Μόσχα και να χορέψει την λίμνη των κύκνων στα Μπολσόι ή να βρει δουλειά στην Κουόκα Κουόλλα. No hard feelings.
Η δεύτερη ήταν πολύ σκληρή για να πεθάνει. Στις δυο μέρες που κάθισε μαζί μας η κυρία Ελένη με τρέλανε στις αφηγήσεις για το Τσέρνομπιλ. Ανάλογα με τη φάση που την πετύχαινες σου έλεγε πως είχε πτυχίο ιατρικής, ή πυρηνικής φυσικής, ή διατροφολογίας ή οργανικής χημείας .Και ήταν ντιπ για ντιπ τρελή. Όσους δεν έφαγε το Τσέρνομπιλ στην Ουκρανία τους έφαγε η ίδια. Για ώρες αβάσταχτες -για το αυτί μου- μονολογούσε με ιδιαίτερη χαρά για τα θανατερά περιστατικά -που έσπερνε στο διάβα της-. Και πάνω που έλεγες πως δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τις αφηγήσεις της, εντελώς ξαφνικά έκανε κάτι ακατάληπτο: ‘Εβγαζε την τεράστια γλώσσα της έξω και σαν βατράχι κατάπινε τις μύγες και τα κουνούπια που πετούσαν μπροστά της. Την πρώτη φορά νόμισα ότι το έκανε κατά λάθος. Αργότερα κατάλαβα ότι τρεφόταν με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς με την ίδια λαχτάρα με την οποία μιλούσε για θανάτους και καρκίνους. Σε ένα μισάωρο μαζί της έχασα δυο τρεις φορές τις αισθήσεις μου και έπεσα κάτω με νευρικούς σπασμούς, σοκ επιληψίας και κρίση πανικού. Παρόλα αυτά τη διώξαμε μόνο όταν τη συλλάβαμε επ’ αυτοφώρω να γλύφει με την τεράστια γλώσσα και το πρόσωπο της μαμάς, η οποία αν και με αλτσχάιμερ, άρχισε να φωνάζει «au secours»  αντί για «βοήθεια» γιατί εκείνη την ώρα αυτό θυμήθηκε να πει.
Η τρίτη ήταν απλώς επαγγελματίας πόρνη.  Μας το σφύριξε, έστω και με ένα μήνα καθυστέρηση, η γειτονιά που βλέπει μα δεν μιλάει γιατί κοιτάει πάντα τη δουλειά της. Με το που γυρίζαμε την πλάτη μας και την αφήναμε μόνη λέει έφερνε πελατεία στο σπίτι, κάτι που δεν θα μας πείραζε τόσο αν μέσα σε αυτό δεν είχαμε ξεχάσει κάτι βασικό, γκούχου γκούχου, α, ναι, τη μαμά. Στη διάρκεια της θητείας της η μαμά έχασε τα αυγά και τα πασχάλια και μαζί με αυτά κάθε επαφή με το περιβάλλον. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι ο Κοκκινόπουλος θα μπορούσε να κάνει έναν κύκλο επεισοδίων του Κόκκινου Κύκλου αν γνώριζε το περιστατικό. Το περίεργο είναι πως έκανα ντιλίτ το όνομά της. Θυμάμαι όμως ότι τσακωνόταν στο τηλέφωνο συνεχώς (τώρα καταλαβαίνω με ποιον), φορούσε συνεχώς μπλουζάκια με παγιέτες (τώρα καταλαβαίνω γιατί), στα ρεπό της καθυστερούσε περίπου μια βδομάδα να επιστρέψει και όταν επέστρεφε τελικά τρέκλιζε ελαφρώς –δικαιολογούνταν όμως πως είχε γενέθλια η κουμπάρα της συνυφάδας του μπατζανάκη της αδελφής της και ήταν ειδική περίπτωση- (τώρα καταλαβαίνω ότι η κουμπάρα της συνυφάδας του μπατζανάκη της αδελφής δεν έσβησε ποτέ κεράκια) και πως παρά το γεγονός ότι δεν καθάριζε ποτέ, έστρωνε ανά δύο μέρες καινούργια σεμεδάκια παντού (εδώ ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τίποτα). Ο όχι και τόσο σουηδικός χωρισμός μας περιελάμβανε ντραμακουινισμούς τύπου «άει άει άει, βάει βάει βάει, αχ, η καρδιά μου σβήνω» αλλά και τρισκατάρατους στα γεωργιανά που στα ελληνικά μεταφράζονται «θα τα πω όλα στον νταβατζή μου και αει σιχτίρ μαλάκες που με κάνετε να ψάχνω για νέο άντρο κοσομανσιόν» και τολμώ να πω ότι κάναμε μια ωραία αλμοδοβαρική ατμόσφαιρα.
Και τότε ήρθε η Μήδεια σαν από μηχανής θεός. Σε λίγες βδομάδες μαζί της η μαμά είχε ήδη αρχίσει να επανακάμπτει. Αυτό έχει να κάνει με ένα πλήθος παραγόντων που θα αναλύσω σε άλλο ποστ.
Η Μήδεια είναι αυστηρή χορτοφάγος και οπαδός της ολιστικής –πιο ολιστικής καίγεσαι- θεραπείας. Για όλα έχει μια μυστική συνταγή από την Γεωργία η οποία αν δεν σε σκοτώσει επί τόπου, σε κάνει αναπόφευκτα πιο δυνατό. Έτσι για παράδειγμα την είδα να βάζει κομπρέσες στους αστραγάλους και τα γόνατα της μαμάς όταν η τελευταία είχε σηκώσει πυρετό και παραλληρούσε, να μου μαθαίνει τα μυστικά του κεφίρ, ή ακόμα να μου προτείνει να κάνω επάλειψη στις αμυγδαλές μου με καθαρό πετρέλαιο προκειμένου να ξεπριστούν. Όπως θα ήταν φυσικό για μια τέτοια περίπτωση, η μαγειρική δεν είναι το φόρτε της. Κάθε φορά που μπαίνω σπίτι διαποτίζει τους πόρους μου μια μπουκωμένη μυρωδιά που αναδύεται από την κατσαρόλα της και προδίδει όλο το βουλγκαριτέ του σκόρδου! Μπορεί να της έχουν τελειώσει τα είδη πρώτης ανάγκης, γάλα, τυρί, φρούτα, όμως εκείνη στη λίστα του σούπερ μάρκετ πρώτα θα μαρκάρει το σκόρδο και μετά οτιδήποτε άλλο. Για κάθε φαγητό έχει την ίδια και απαράμιλλη τεχνική. Ρίχνει σκόρδο, κρεμμύδι, οτιδήποτε έχει το ψυγείο και η κατάψυξη, ανακατεύει σαν τον δρυίδη στον Οβελίξ και βουαλά η παέγια της τεμπέλας. Ευτυχώς ή δυστυχώς το αλτσχάιμερ της μαμάς είναι τόσο προχωρημένο που δεν καταλαβαίνει γρι τι τρώει κι έτσι ο ουρανίσκος της κοιμάται ήσυχος.
Αν δεν δεις ταυτότητα δεν μπορείς με τίποτα να σχηματίσεις άποψη για την ηλικία της. Μπορεί να είναι 30 μπορεί και 100, είναι το  μινιόν του παρουσιαστικού και η ψιλή φωνίτσα που σε μπερδεύει. Χάρη στο μίνι σάιζ της, ταξίδεψε κρυμμένη σε μυστική κρυψώνα μέσα στο πούλμαν από τη Γεωργία στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Και είναι άξιο απορίας το πώς αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα καταφέρνει να κουλαντρίσει τη μαμά. Την ίδια απορία και έκπληξη ζωγραφισμένη σε κάθε έκφραση του προσώπου μου είχα όταν την ρώτησα τι δουλειά έκανε στη χώρα της. «Εγκώ μαγκανούμι, μαγκανούμι, μπουμ μπουμ», μου επαναλάμβανε για να καταλάβω με τα πολλά ότι δούλευε σε ανθρακωρυχείο με μαγκάνιο και έβαζε δυναμίτη για να ανατινάξει τις πέτρες τρέχοντας και φωνάζοντας μπι μπιπ σαν το κογιότ.
Στον μισό χρόνο που είναι μαζί της η μαμά ακολουθεί αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα –το οποίο ως γνωστόν οι ασθενείς με αλτσχάιμερ χρήζουν απαραιτήτως-. Τη βγάζει βόλτα πρωί και απόγευμα και στο μεσοδιάστημα της κάνει γιόγκα και πιλάτες και χορεύει μαζί της σονάτες του Σούμπερτ που της αρέσει πολύ. Όταν της κάνω δώρα καλλυντικά χαίρεται σαν παιδί. Ειδικά όταν της αγόρασα κρέμα προσώπου (άσε που έτσι άφησε ήσυχη την νταμιτζάνα με το λάδι η οποία εκτελούσε χρέη υδατικής), λιπ γκλος και σκιές ματιών. Το μόνο κακό είναι ότι δεν κρυώνει ποτέ και επιπλέον θεωρεί πως το καλοριφέρ είναι όργανο του σατανά. Το ίδιο νομίζει και για τον φούρνο μικροκυμμάτων (αλλοιώνει και την αλυσίνη του σκόρδου βλέπεις),τον θερμοσίφωνα για το ζεστό νερό, το κοτόπουλο και τη Βίκυ Χατζηβασιλείου. Σήμερα το απόγευμα με εκνεύρισε τόσο που ήθελα ευχαρίστως να την πνίξω, όμως μετά μου είπε λυπημένη ότι ψόφησε η «γελάδα» της στη Γεωργία. Πραγματικά για μια στιγμή άρχισα να συμπάσχω κι εγώ για την οχτάχρονη τροφαντή αγελαδίτσα που πήγε άκλαφτη  αν δεν έβλεπα εκείνη την ώρα τη μαμά να την κοιτά διεισδυτικά –έστω και  με το ένα μάτι μόνο-, να σηκώνει χαρακτηριστικά το φρύδι της και να μετατρέπει την θανατερή πληροφορία για το ζωντανό με τη σύγχιση του μυαλού της σε μόνο μια αντίδραση: «Αχαχαχαχαχαχαχαχααααα»!

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Μετάλλαξη

Σήμερα έλαβα αυτό το γνωστό συνομωσιολογικό και άκρως καταστροφολαγνικό mail που κυκλοφορεί και αναφέρεται στον κώδικα alimentarius.
Σύμφωνα με τον άκρως οργουελικό χαρακτήρα του mail, σε λίγα χρόνια ολόκληρος ο πληθυσμός της γης θα ελέγχεται μέσω της διατροφής. Οι σατανικοί εγκέφαλοι των μυστικών λεσχών της γης (αυτοί που κρύβονται πίσω από τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες), οι ίδιοι οι πρώην ναζί που τόσο λατρεύει να προβάλλει στις καλτ εκπομπές του ο Χαρδαβέλλας (miss him already) κάθησαν λέει και σκέφτηκαν ότι μέσω ενός στρατού καταγεγραμμένων προϊόντων θα μας μετατρέψουν όλους σε πειθήνια όργανα, τύφλα να χουν οι χορτοφάγοι βουδιστές σε κατάσταση διαλογιστικής νιρβάνας. Φυτοφάρμακα, τοξίνες, δηλητηριώδεις ορμόνες, όλα θα επιστρατευτούν στη νέα σύμβαση που θα υπογράψει η Ελλάδα με την Ε.Ε. εξαιτίας της οποίας θα τρώμε μόνο γιγάντια μπρόκολα, λουκάνικα με ουρές και φτερωτές αγελάδες με λέπια.
Ακόμα και έτσι να είναι, εγώ δεν έχω να φοβάμαι τίποτα.  Στην ανάπτυξή μου, η μαμά με γαλούχησε με τόσες διατροφικές υπερβολές ώστε ακόμα και αν σήμερα με βουτήξεις σε μια πισίνα γεμάτη με ορμόνες και φυτοφάρμακα, εγώ όχι μόνο θα βγω αλώβητη, αλλά και ανανεωμένη λες και βγήκα από τη μαρμίτα της La Prairie. Φυσικά, η δεκαετία του 80 -κατά την οποία ήμουν στην ανάπτυξη- ήταν γνωστή για τις υπερβολές της. Ακόμα και διατροφικά, επικρατούσε το μεγαλείο του κιτς. Τα πιτσίνια, τα φουντούνια, το νες κουίκ και το μίλκο φράουλα, αλλά και οι πίτες για σουβλάκια παρατάχτηκαν σε στρατιωτικές αρμάτες στα ντουλάπια της κουζίνας ώστε αν εισβάλλουν οι Τούρκοι στο Αιγαίο (μόνιμος φόβος της μικρασιάτισσας γιαγιάς τον οποίο μετέδιδε ογδόντα φορές την ημέρα και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας) να την βγάλουμε καθαρή.
Στην ίδια ανέμελη λογική, μια σειρά από λάθη, διατροφικά και μη που σήμερα θα ξεσήκωναν από διατροφολόγους έως και κοινωνικούς λειτουργούς, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για να είμαι σίγουρη πλέον, πως η μαμά, δεν μεγάλωσε παιδί, αλλά μια κατσαρίδα που θα επιβιώσει όχι μόνο από τον κώδικα αλιμεντάριους, αλλά και από επικείμενο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Έχουμε και λέμε λοιπόν (bring it on bitch):

Νουνού όμως ένα
Ακόμα και πριν λίγο καιρό, δύσκολα θα έπειθε κανείς τη μαμά ότι το φρέσκο γάλα είναι καλύτερο από το συμπυκνωμένο. «Το πηχτό γάλα είναι καλύτερο, όχι αυτά τα νεροξεπλύματα τα λάιτ» έλεγε με στομφώδη ρητορεία στο αφοπλιστικό ερώτημα γιατί δεν παίρνουμε κι εμείς το γάλα στο χάρτινο κουτί που ήδη σηματοδοτούσε την έναρξη της τετρα πακ εποχής. Το νουνού για τη μαμά ενσάρκωνε μια πηχτή ευημερία. Ίσως γιατί στην παιδική της ηλικία το γάλα ήταν δυσεύρετο και έπρεπε η μητέρα της να θρέψει τα παιδιά της με χαμομίλια και τσάγια, ίσως γιατί το νουνού ήταν το μόνο πολυδιαφημισμένο γάλα στα 80’ς, η μαμά το πίστεψε και μας έβαζε να το πίνουμε με τόνους κακάο αγορασμένο λαθραία από την αμερικανική βάση (το λεγόμενο πι-εξ). Το συγκεκριμένο κακάο τόσο για την εποχή του, όσο και για σήμερα ήταν πολλά κυβικά. Επεξεργασμένο, με περιττή ζάχαρη και σε σούπερ ντούπερ συσκευασία πολύ μπροστά από αυτή του ελληνικού νες κουίκ. Χάρη στην καθόλα χημική του σύσταση, μπορούσε να αναμειχθεί τέλεια, τόσο σε κρύο γάλα (νουνού οφ κορς) , όσο και σε ζεστό και αποτελούσε ένα ιδανικό πρωινό –διόλου- υψηλής βιολογικής αξίας. Τέλειο σε γεύση, γεμάτο λιπαρά και περιττούς υδατάνθρακες.
Η μόνη φορά που η μαμά γύρισε την αυτοκρατορική της πλάτη στο νουνού ήταν τότε στο τσέρνομπιλ που λόγω φόβου για διοξίνες (ένας θεός ξέρει γιατί) το γύρισε για μια βδομάδα στο βλάχας. Και πάλι όμως, μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό. Ακόμα και τότε αντιστάθηκε σθεναρά στο φρέσκο και δη, στο λάιτ. «Αυτές είναι σωστές μπασκλασαρίες» έλεγε γεμάτη περηφάνεια που εξασφάλιζε στο ανοσοποιητικό μου σύστημα το καλύτερο. Για ένα περίεργο λόγο, τα δόντια μου και τα οστά μου δεν μασάνε μία. Πριν από χρόνια έσπασα δύο πλευρά κι όμως κατάφεραν πολύ γρήγορα να αποκατασταθούν, ενώ τα δόντια μου, παρά τις once in a lifetime επισκέψεις στον οδοντίατρο εξακολουθούν να μασάνε γερά με τσαμπουκά. Κι ως σήμερα, που έχω μεταλλαχθεί σε health freak, χρησιμοποιώ εβαπορέ αποκλειστικά στο μαύρο τσάι και τον γαλλικό καφέ. Ντρέπομαι που το λέω αλλά μόνο αυτό μου φαίνεται γευστικό.

Η πορτοκαλάδα πριν τον Φίλιπ Σταρκ
Στην επιστροφή της από κάθε ταξίδι που έκανε για να επισκεφτεί τις αδερφές της στην Αμερική η μαμά εφοδίαζε το ψυγείο με όλα τα απαραίτητα που χρειάζεται μια οικογένεια για να στηρίξει τις απαρχές της μεσογειακής διατροφής: ζωμούς κότας και βοδινού και πορτοκαλάδες σε σκόνη. Για τα πρώτα ήταν ανένδοτη. Έλεγε πως σε αντίθεση με τους ελληνικούς κύβους, οι αντίστοιχοι αμερικανικοί (σε φακελάκια προχώ για την εποχή) ήταν απολύτως ασφαλείς, γεμάτοι γεύση και υγεία. Κι ήταν τέτοια η εμμονή της με αυτούς που τους κότσαρε παντού. Από σούπες κονσομέ μέχρι στον κιμά για μακαρόνια. Τους φύτευε μέσα στην κατσαρόλα με ύφος αλχημίστριας που περίμενε να δει από στιγμή σε στιγμή να φυτρώνει χρυσάφι. Είδα κι έπαθα να ξεφορτωθώ από το ψυγείο μου τους κύβους από την Αμερική. Όταν δεν ταξίδευε εκείνη εκεί, τους παρήγγελνε από τους συγγενείς της και αν διαπίστωνε πως δεν είχα στο ψυγείο μου, την έπιανε πανικός και μου τους έφερνε σε ντουζίνες. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα η εμμονή της αυτή δικαιώνεται. Σε εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας πολλών σκούφών διαπίστωσα μια μέρα πως η σάλτσα του πιάτου περιείχε μια γεύση ιδιαίτερα γνώριμη. Μπορεί να μην με λένε Άρη Πετρετζίκη, αλλά κάτι ξέρω κι εγώ.
Οι πορτοκαλάδες σε σκόνη ήταν ακόμα μια ανακάλυψη της μαμάς. Βασικά, η σειρά περιελάμβανε και λεμονάδες καθώς και την σούπερ αγαπημένη μου γεύση βατόμουρου. Τις διέλυες σε κρύο νερό και voila, είχες μια καλοστημμένη και βαθιά ελληνική βατομουράδα γεμάτη, εχμ, βιταμίνη; Όπως και να έχει, οι χυμοί σε σκόνη σηματοδότησε την έναρξη της εμμονής μου με τις βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία. Σήμερα, κάθε φορά που πρέπει να πλύνω τον ντιζαϊνάτο λεμονοστύφτη του –απατεωνίσκου- Φίλιπ Σταρκ ύστερα από το στίψιμο πορτοκαλάδας, αναπολώ τις primitive εποχές που η πορτοκαλάδα ήταν σε μορφή σκόνης. Και να φανταστείς πως τότε δεν ήθελα ούτε να την μυτιάσω.

Πυρ και μανία
Κάθε καλοκαίρι έπιανα ψείρες. Μου της κολλούσε συστηματικά η Λέτα που ήταν υπεράνω πάσης υποψίας και γι’ αυτό κατηγορούσαμε όλη τη Στέλλα που ήταν λαϊκιά κι ελαφρώς μπιχλιάρα. Η μαμά καρτερικά με ξεψύριαζε κάτω από το ολόγιoμο φεγγάρι και παρά τα μπινελίκια που άκουγα λες και ήταν επιλογή μου να γίνω η σποιτονοικοκυρά στο κοινόβιο των ζωύφιων, πιστεύω ακράδαντα πως ένα κομμάτι μέσα της το ευχαριστιόταν. Ως γνήσια οσιομάρτυρ φρόντιζε να μου υπενθυμίζει πως άλλες μάνες βάζουν στο παιδί τους ένα σαμπουάν και δεν ασχολούνται. Όχι όμως αυτή. Την ώρα που έσπαγε την ψύρρα με το νύχι της πιστεύω ότι έπαιρνε την ίδια ευχαρίστηση που παίρνει κανείς όταν σπάει τις φυσαλίδες από τα χαρτιά περιτυλλίγματος, ενώ με χαρακτηριστικές τσιρίδες που θα δικαιολογούνταν  μόνο αν έσκαγε ο Αρμαγεδών στη γη σαν καρπούζι, διαχώριζε τα παράσιτα σε ψείρες και κόνιδες. Μέχρι την αποφράδα μέρα της δευτέρας δημοτικού που ανακάλυψε πως ξανακόλλησα ψείρες. Τότε ήταν που αποφάσισε να δράσει αποτελεσματικότερα, παίρνοντας τον νόμο και την τύχη του τριχωτού της κεφαλής μου στα χέρια της. Έτσι, αφού με ψέκασε καλά καλά με το μπαϊγκόν με έλουσε με πετρέλαιο (τότε ακόμα το πετρέλαιο υπήρχε σε αφθονία σε κάθε ελληνικό σπίτι) και μου έβαλε κι όλο το βράδυ ένα φακιόλι για να σιγουρευτεί πως μέχρι το πρωί θα είχαν εξολοθρεφτεί όλες. Την επόμενη μέρα, είχαμε τα αποκαλυπτήρια. Μου έβγαλε το φακιόλι και με δάκρυα στα μάτια και ύφος Αστέρως αντίκρισε τον κρανίου τόπο που δημιούργησε ως άλλη εκδοχή του Νέρωνα στο κεφάλι μου. Ποιο κεφάλι, δηλαδή, αλλά ό, τι είχε μείνει τελικά από αυτό. Είχε μάλιστα το θράσσος να πάει στη δασκάλα και να της πει ότι στην τάξη υπάρχουν ψειριάρικα που εξαιτίας  τους έκαψε το παιδί της. «Μα κυρία μου», της είπε η δασκάλα, «αυτό το φαινόμενο συμβαίνει συχνά στα δημοτικά, και δη στα δημόσια σχολεία».  Πήγαινε γυρεύοντας για την απάντηση της μαμάς που δεν ήταν άλλη από...
 -«Πφφφφφφ»...

Μπανάκι μανάκι
Το να κάνεις μπάνιο τη δεκαετία του 80 στον Άλιμο ήταν κάτι το συνταρακτικό κι αυτό γιατί μιλάμε για την προ – ψυταλλειακή εποχή. Έτσι την ώρα που κολυμπούσες αμέριμνος μπορούσες να δεις μια ολόκληρη σκατούλα (σικ) να εκβάλλεται από τους αγωγούς λοιμμάτων της Νεράιδας που καταλήγανε με γάργαρη φυσικότητα εκεί που επιπλέεις κι εσύ. Την ίδια στιγμή οι γριές στα ρηχά φροντίζανε να κρατάνε το νερό σε θερμοκρασία δωματίου, ενώ ανεξήγητα τεράστια χόρτα δίνανε μια εξωτική όψη κοραλλιογενούς υφάλλου στο Καλαμάκι. Το εξωτικό σκηνικό συμπλήρωναν αυτές οι διάφανες τσούχτρες που όσο άκακες έδειχναν, τόσο αηδιαστικές ήταν. Με τα χρόνια ανακάλυψα, ότι είμαι ιδιαίτερα ανθεκτική απέναντι σε πάσης φύσεως δερματικές παθήσεις. Αν τύχει να κάνεις καμιά βόλτα στην πλαζ του Αλίμου το καλοκαίρι θα συνειδητοποιήσεις πως τα νερά, παρά τον βιολογικό –λέμε τώρα- καθαρισμό που έληξε άδοξα διατηρούν ένα ανεξήγητο θολό, σιχαμένο χρώμα που μάντεψε κιόλας, βρωμάνε. Ε, αυτό πολλαπλασίασέ το επί δέκα.

Πυρηνική δοκιμή
Τρία ήταν τα συγκλονιστικά γεγονότα που θυμάται κάθε παιδί που πήγαινε δημοτικό τη δεκαετία του ’80. Ο κομήτης του Χάλεϋ, το Τσάλεντζερ και το Τσέρνομπιλ. Όταν συνέβη το δυστύχημα στον αντιδραστήρα, τα περισσότερα παιδιά στη γειτονιά κλειδαμπαροθήκανε στο σπίτι τους εξαιτίας του τρόμου πως θα βγάλουν ουρές και λέπια. Ο αέρας λέγανε πως θα έφερνε το ραδιενεργό υλικό και στην Ελλάδα και αυτό ήταν μια καλή αφορμή για την μαμά να με στρώσει στις επαναλήψεις.  Αλλά φευ! Κάποια στιγμή το έσκασα από τα μάτια της και βρέθηκα με ένα άλλο κοριτσάκι από τη γειτονιά να παίζουμε ένα παιχνίδι στο οποίο ήμασταν οι διασωθέντες μιας μεγάλης καταστροφής. Για του λόγου το αληθές κατασκευάσαμε μια τέντα από χαρτόνια και κρυφτήκαμε μέσα αφήνοντας χώρο στη δημιουργική φαντασία. Έξω, το τοπίο ήταν μαγευτικό. Η ησυχία του απογεύματος μαρτυρούσε κάτι αποτρόπαιο, ενώ δυο κοριτσάκια παίζανε γλυκά. Όσο γλυκά φυσούσε και το φρέσκο αεράκι που ερχόταν από την Ουκρανία.
Με τον καιρό έγινα σωστή μουτζαχεντίν της υγιεινής διατροφής. Καλλιεργώ κεφίρ και ρίζες αλφάλφα, και ορκίζομαι στα ω3, τις πολυφαινόλες και τα αντιοξειδωτικά. Μα κάπου κάπου πιάνω τον εαυτό μου στις τέσσερις τα ξημερώματα, σαν υπνοβάτης χωρίς συναίσθηση ευθύνης να ψάχνει τα ντουλάπια μήπως και ξεβράσουν κανένα σιχαμένο, λιπαρό ζαχαρούχο. Τότε δεν μπορούσα ούτε να το δοκιμάσω χωρίς αποστροφή. Σήμερα, για λόγους που φλερτάρουν με την παραδοσιακή ψυχανάλυση το έχω ανάγκη, έτσι να ξεπλυθεί το σύστημα από την αλλόγιστη χρήση πράσινου τσαγιού και πιπερόριζας. Που και που, έστω.


Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Επικίνδυνες σχέσεις

Η μαμά είχε πάντα γύρω της αυλή. Οι αυλικοί, είναι κουσκουσιάρικα πλασματάκια που πουλάνε εκδουλεύσεις, πληροφορίες και τη μάνα τους ακόμα, προκειμένου να έχουν την εύνοια των προσώπων στα οποία προσκολλούνται δια βίου. Από την πλευρά της η μαμά, ως γνήσια Μαρκησία ντε Μερτέιγ  η οποία ήξερε να παίζει τα παιχνίδια κυριαρχίας στα δάχτυλα, τους πρόσφερε ακούραστα τις φτερούγες της για να κουρνιάζουν ξένοιαστα εκείνοι και να νιώθει κι η ίδια ασφαλής μέσα στην πλήρη παντοδυναμία της. Μόνο που η καημένη η μαρκησία, η μαμά δηλαδή, δεν ήξερε ότι οι αυλικοί είναι στην πραγματικότητα αρρωστημένα τρολ τα οποία δηλητηριάζουν αυτόν που τους προσφέρει άσυλο, ευεργεσίες παντός τύπου και έναν ώμο να ακουμπήσουν και να βγάλουν τα γαριασμένα τους σώψυχα. Αν η μαμά δεν είχε χάσει τα λογικά της, σήμερα δεν θα γνώριζα πόσο αναπόφευκτο είναι για κάθε Μαρκησία ντε Μερτέιγ το γιουχάρισμα. Μόλις την είδανε να πλέει χαμένη και χωρίς σωσίβιο στον μαύρο ωκεανό του μυαλού, οι αυλικοί - τρολ κάνανε το αυτονόητο. Γίνανε όλοι τους πρίγκιπες Βαλμόντ και είπανε με αργή, μα σταθερή φωνή κοιτάζοντάς την με χαιρέκακο οίκτο: «Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου».
Σε κάθε περίπτωση, αποτελούν ακόμα ένα κομμάτι από το σουρεαλιστικό παζλ της ζωής της μαμάς και αναπόφευκτα της δικής μου. Παρακάτω θα κατονομάσω τις πρώην κυρίες της αυλής της μαμάς–κρατώντας την ιεραρχία σπουδαιότητας- ώστε αν βρεθείτε ποτέ στο δρόμο τους να αλλάξετε όχι μόνο πεζοδρόμιο, αλλά και πλανητικό σύστημα.
Φορμόλη: Μια φονική κόμπρα με τσιγαρόβηχα
Μπροστά της ωχριούν όλες οι assassins του Ταραντίνο. Η Φορμόλη είναι μια φονική κόμπρα που αλλάζει μέγεθος και δέρμα ανάλογα με τις προθέσεις της. Γεννήθηκε με μια τσιγαρούμπα να κρέμεται στο υπεραυλακωμένο από τις ρυτίδες στόμα, μωρό τερατούργημα με τσιγαρόβηχα γερονταλικέρη. Η Φορμόλη που λέτε ήταν και παραμένει ατρόμητη. Στα 76 της χρόνια ταξιδεύει αδιάκοπα, στήνοντας εκδρομές με άλλα τρελά γριάδια. Το μοναδικό της πρόβλημα είναι πως δεν ξέρει ποτέ πού ακριβώς βρίσκεται. Όχι γιατί υποφέρει κι εκείνη από την ίδια πάθηση της αδελφής της, αλλά γιατί υποσυνείδητα γνωρίζει ότι κανείς άνθρωπος έχων σώας τας φρένας δεν θα μπει ποτέ στη διαδικασία να ψάξει και να την εντοπίσει. Με αυτή τη λογική μπορεί να βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη αλλά να νομίζει πως βρίσκεται στη Λάρνακα ή να ψάχνει για τυρί Σαν Μιχάλη στις παρυφές του Κιλιμάντζαρου. Η Φορμόλη ήταν το μεγαλύτερο αλάνι που έβγαλε ποτέ η κατοχική αθήνα. Ήταν σου λέει τόσο ατρόμητη που όταν είχε αγκυροβολήσει ένα αμερικανικό κρουαζιερόπλοιο στο Φάληρο λίγο μετά το τέλος της κατοχής, εκείνη, παιδάκιον ακόμα, ανέβηκε στο κατάστρωμα και έκανε βουτιές με τούμπες και κατακόρυφο ώστε οι τουρίστες να την φωτογραφίζουν και να λένε «one more please» και να της κολλάνε τα δολάρια στο μέτωπο.  Χωριό δεν έκανε με τη μάνα μου ποτέ. Στην πραγματικότητα θυμάμαι ομηρικούς καυγάδες μαζί της. Η μαμά βέβαια μέσα της την συμπονούσε και παρά το γεγονός ότι «τσιγαρού την ανέβαζε, αλητόγρια την κατέβαζε», δεν έκανε χωρίς εκείνη. Λίγο να είχε ενδιαφερθεί ο Φρόυντ για τις γυναίκες, σίγουρα θα την είχε βάλει στο στόμα του την Φορμόλη, η οποία εκτός των άλλων, συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία η μαμά μισούσε. Πρώτα από όλα, η Φορμόλη λατρεύει το τσιγάρο σε τέτοιο βαθμό που διακυβεύει πως την καλή της υγεία την οφείλει αποκλειστικά στο κάπνισμα. Στο βίντατζ διαμέρισμά της –τη διακόσμηση του οποίου θα ζήλευε το πιο καλτ τεύχος του Maison Decoration-, ακριβώς απέναντι από το Πρώτο νεκροταφείο (μπρρρρρ!) στο Μετς τα πάντα μυρίζουνε ναφθαλίνη με νικοτίνη, μία εσάνς που μπορεί να ναρκώσει ακόμα και ελέφαντα αν τύχει να περνάει απ’ έξω. Κι όταν λέμε όλα, εννοούμε από τα σεντόνια και τις κουρτίνες της μέχρι και τα κατεψυγμένα κρέατα. Πολυσυλλεκτική η ίδια, μαζεύει συστηματικά από τα sixties ως σήμερα από σουβέρ της BRITISH AIRWAYS, μέχρι και κινεζικά χάπια για την καούρα στο στομάχι. Μια σειρά από πορσελάνινα κουκλάκια από ταινίες του Ντίσνεϋ αναπαύονται δίπλα σε λικέρ που έχουν να ανοιχτούν από την εποχή που εμφανιζόταν η Πόπη Αστεριάδη στις μπουάτ –βλέπε ΤΣΙΝΤΣΑΝΟ-, πίνακες αντίκες που θα ήθελε στη συλλογή της και η δούκισσα της Πλακεντίας, αφρικανικά αγαλματίδια για βουντού, ανεμιστήρες οροφής που εκτελούν και χρέη φωτιστικών, κινέζικες πορσελάνες –του τότε-, κινέζικες φοντανιέρες –του σήμερα-, και αρκετούς δεινοσαύρους. Ανάμεσα σε αυτούς και κάτι συγκινητικό: το ταριχευμένο σκαλπ και ένα πορτρέτο φαγιούμ του υπεραγαπημένου της τετράποδου, του Λάκη. Αν αληθεύει ότι τα σκυλιά παίρνουν τους χαρακτήρες των αφεντικών τους, τότε ο μακαρίτης ο Λάκης ήταν ανοιχτό βιβλίο. Μιλάμε για το πιο μαλακισμένο σκυλί που έχεις δει ποτέ. Η Φορμόλη έλεγε ψέματα ότι ο Λακ ήταν λέει τέκελ, αλλά στην πραγματικότητα, ο σκύλος είχε τόσο σχέση με τέκελ όσο το χοτ ντογκ από την καντίνα της Μαβίλη με το σασίμι από το Νόμπου. Το αγαπημένο χόμπι του «Λακούλη», ήταν να δαγκώνει παιδάκια και να τρέμει συνεχώς. Το τρέμουλο υποχωρούσε μοναχά όταν κούρνιαζε ασφαλής μυρίζοντας τα γηρασμένα οπίσθια της Φορμόλης ή όταν έτρωγε καμιά ξανάστροφη μπάτσα από εκείνη. Η ίδια τον αποκαλούσε «ο γιος μου» αλλά δεν δίστασε ούτε στιγμή να του κάνει ευθανασία μετά τη διάγνωση της σκυλοψυχολόγου που τον κούραρε ότι ο Λακούλης υπέφερε από τον φόβο του αιδοίου και πως ο μόνος τρόπος να του περάσει είναι να του κάτσει η μανούλα του στα τέσσερα. Στα ντουλάπια της, η Φορμόλη αποθηκεύει όλη την Κίνα και τον Εύξεινο Πόντο, μαζί με ανθρώπινα οστά και αναμνηστικές φωτογραφίες και ντοκουμέντα από τότε έκανε καριέρα ως μπαλαρίνα-κατάσκοπος-στρίπερ. Δεν πιάνεται φίλη με τίποτα. Κι όσοι νόμισαν ότι πιάνεται αυτή τη στιγμή είναι στο χώμα ή στη φυλακή. 
Η Φορμόλη σε στιγμές χαλάρωσης στο Μεξικό.

Black Nitsa: Ε μουά ζε μ’απέλ μαντάμ Πελαζί.
Η Black Nitsa είναι η μεγάλη αδελφή της μαμάς και δηλωμένη φορμολική. Ζει στην Αμερική και ήταν παντρεμένη με έναν μαύρο αξιωματικό του αμερικανικού στρατού. Λέω ήταν γιατί τώρα αυτός βρίσκεται στα θυμαράκια κι εκείνη ζει τη ζωή από την αρχή. Είναι εξαιρετική κοπτοραπτού και στα νιάτα της έραψε φορέματα για μεγάλες Ελληνίδες ηθοποιούς. Με σχέδια που θα ζήλευε και ο Μπαλενσιάγκα και με μια άκρατη ροπή προς τον φουτουρισμό άρχισε να σχεδιάζει κάσκες και μίνι, να βλέπει την Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ και να τρέφεται αποκλειστικά με κάψουλες. Η περιβόητη δίαιτά της -την οποία ονόμασε δίαιτα του αστροναύτη - έκανε τόση θραύση, που αποφάσισε να πουλήσει τα πνευματικά δικαιώματα στη ΝΑΣΑ, η οποία την έκανε πάμπλουτη. Από τότε ζει στο κτήμα της στο Μέριλαντ φυτεύοντας βιολογικές ντομάτες, φτιάχνοντας καλαμποκόπιτες και διοργανώνοντας σκληρά SNM ομαδικά όργια με Αμερικανούς μαύρους πεζοναύτες –το τελευταίο για να αποδώσει φόρο τιμής στο μακαρίτη τον άντρα της που ήταν κι αυτός του στρατού.
Η Μπλακ Νίτσα ήταν εκείνη που σε τρυφερή ηλικία μου έμαθε τη σημασία της σωστής ραφής στο ρούχο και των ασκήσεων Κέγκελ. Σήμερα, παρά τα 125 της χρόνια παραμένει κοκέτα και δίνει πρωταρχική αξία στο καθημερινό της μποτέ. Γι’αυτό, αν και με Πάρκινσον, κάθε πρωί που ξυπνάει τραβάει μια γραμμή με το eyeliner, η οποία είναι τεθλασμένη και πηγαίνει ζιγκ ζαγκ, όπως και τα αποτελέσματα του καρδιοτοκογράφου με τον οποίο είναι συνδεδεμένη. Όταν έμαθε τα άσχημα νέα για την αδελφή της, πήρε το πρώτο αεροπλάνο, ήρθε στο σπίτι και -χωρίς δεύτερη κουβέντα- αφού πρώτα έδωσε στη μαμά μια σφαλιάρα που της χρωστούσε από κάτι παλιούς ανοιχτούς λογαριασμούς ξεχασμένους στο συρτάρι, στη συνέχεια άρχισε να της βάζει όπως όπως, eyeliner και να της βάφει τα ασημένια της μαλλιά με μια Garnier Fructis Dark Brown. Έφυγε για την Αμερική κατασυγκινημένη που η μαμά δεν την έστειλε στο γεροδιάολο που την έκανε καραγκιόζη, δίνοντάς μου δυο χρυσές συμβουλές: Να φροντίζω να μην αφήνω τη μαμά στιγμή χωρίς eyeliner και να μην ξεχάσω να δώσω στο αιδοίο μου το σχήμα των αρχικών μου. Κ. Α. όπως Κόρη Ακαμάτρα.
Η χριστουγεννιάτικη κάρτα που μας έστειλε η Black Nitsa.



Ποια Ελένη; Μια μικρή, ψυχρή πράκτορας
Αν ισχύει ότι όλες οι οικογένειες έχουν ένα καλά κρυμμένο μυστικό, η δική μου οικογένεια έχει την Ποια Ελένη. Ζει κι αυτή στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Σαν Φρανσίσκο γιατί καταρχάς είναι χίπισσα και κατά δεύτερον γιατί οι δουλειές της (καλλιέργεια ινδικής κάναβης) την κρατούν εκεί.  Η Ποια Ελένη φρόντισε από τρυφερή ηλικία να γίνει η προτεζέ και προσωπικός χαφιές της μαμάς. Δηλαδή, έδινε πληροφορίες με αντάλλαγμα να μεσολαβήσει η μαμά για να μην την πουλήσει η Μπλακ Νίτσα στην Τσάινατάουν και κυρίως να μην της φορέσει κι αυτής eyeliner. Όσο η μαμά εκτελούσε χρέη Μαρκησίας ντε Μερτέιγ, η Ποια Ελένη έλεγε πως μας αγαπούσε. Στην πραγματικότητα ήταν διπλός πράκτορας και δούλευε μυστικά και για την Φορμόλη η οποία της είχε υποσχεθεί πως αν την έβρισκε κάτι κακό στα νησιά Παπούα τότε η Ποια Ελένη θα κληρονομούσε έναν ολόκληρο ανεμιστήρα – φωτιστικό οροφής της βίλας τρομάρα. Όταν η μαμά έπαθε το ευτράπελλο και μπροστά στον κίνδυνο που λέγεται Μπλακ Νίτσα η Ποια Ελένη αποκάλυψε με σαρδόνιο χαμόγελο τα σατανικά της σχέδια. Μπροστά στο τίμιο ξύλο που έπρεπε να της δώσουμε έπεσε στο πάτωμα βγάζοντας αφρούς και φωνάζοντας: «Στον κώλο σου Παππααααά».
H "Ποια Ελένη;" τον καιρό που εργαζόταν στις Μυστικές Υπηρεσίες.


Georgette Μoustakis: Μια φίλη με αρχίδια
Οι συγκυρίες έκαναν την Zορζέτ Μουστακίς και τη μαμά να γίνουν οι καλύτερες φίλες. Η Ζορζέτ είχε κάτι μουστάκια και κάτι γένια πιο μακριά κι από γιόγκι δεξιοτέχνη του σιτάρ και δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό γιατί η μητέρα της δεν την άφηνε να τα ξυρίσει. Μέχρι που η μαμά της έδωσε το Ζιλέτ του μπαμπά, το πινέλο και μια Κολινός και της είπε:"Παιδί μου, ήρθε η ώρα να κάνεις την επανάστασή σου". Αυτό ήταν. Από τότε μια φιλία κατάφερε να γεννηθεί. Η Ζορζέτ με δάκρυα στα μάτια έπλυνε τα πόδια της μαμάς και της τα σκούπισε με τις τρίχες της μακριάς γεννειάδας που είχε πέσει στο πάτωμα. Στο εξής η μαμά, θα έλεγε πως η Ζορζέτ θα ήταν κι αυτή κόρη της και η Ζορζέτ στο πρόσωπο της μαμάς θα έβλεπε μια αληθινή, άτριχη μητέρα. Μέχρι που το αλτσχάιμερ χτύπησε την πόρτα της μαμάς και τότε, πάνω στη θολούρα της, τη φώναξε «καλώς τη μουστάκω». Αυτό ήταν. Από τότε η Ζορζέτ παλινδρόμησε και έκανε όρκο να μην ξαναπιάσει Ζιλέτ στα χέρια της αν η μαμά δεν το πάρει πίσω. Θα περιμένει πολύ.
Η Ζορζέτ τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.



Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Οι λέξεις


Η μαμά δεν ήταν μορφωμένη. Ως παιδί της κατοχής κατάφερε να πάρει μόνο τα απαραίτητα από το σχολείο. Παρόλα αυτά ήταν το πιο κοφτερό μαθηματικό μυαλό που έχω συναντήσε ποτέ. Μάλιστα έλεγε με περηφάνεια πως στο δημοτικό είχε κερδίσει τον διαγωνισμό μαθηματικών και πως το έπαθλο ήταν μια κούτα με μπισκότα Παπαδοπούλου. Κι ακόμα, πως όταν τελείωσε το δημοτικό και δεν συνέχισε για το γυμνάσιο, η δασκάλα της τα έψαλε στους γονείς της που στέρησαν από την ανθρωπότητα τον κλώνο του Τζον Νας.
Το περίεργο είναι πάντως ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε, όχι μόνο έβριθε από λεκτικούς μακαρονισμούς, αλλά πως οι λέξεις αποκτούσαν στα χέρια και το στόμα της εντελώς διαφορετική έννοια.  Και  είναι αξιοσημείωτο το πόσο διαφορετική ήταν η ακουστική των λέξεων αυτών, όταν τις χρησιμοποιούσε εκείνη. Με μοναδικό της εφόδιο το ταπεραμέντο της και την πεποίθηση ότι όποιος ξέρει να μιλάει οφείλει να επιστρατεύει ένα σωρό λεκτικές φανφάρες προκειμένου να πείσει τον συνομιλητή του ότι ξέρει τι λέει, μου τις αράδιαζε συνεχώς. Κι ενώ τότε την ειρωνευόμουν κατάφατσα, σήμερα και τί δεν θα έδινα προκειμένου να τις ακούσω ξανά. Πιάνω τον εαυτό μου κάποιες φορές να τις λέω δήθεν για πλάκα, όμως στην πραγματικότητα το κάνω μόνο για να τις ακούσω κι η ίδια ξανά, να καταγράψω μέσα μου λίγη από την ακατέργαστη, αισθαντική ημιμάθειά της και να την ξαναπιάσω στο στόμα μου.
Καταγράφω όσες θυμάμαι σημειώνοντας ταυτόχρονα την εννοιολογική και σημειολογική τους υπόσταση (αν υπάρχει δηλαδή κάτι τέτοιο).
Αλήτω: Μαμαδίστικη σλανγκ για το αλήτισσα.
-«Ούτω να την δω στα μάτια μου ξανά την παλιοαλήτω».
Βασσάρα/Ελενάρα: Γειτόνισσες και οι δύο, αγαπημένες της μαμάς. Η κατάληξη «άρα» προσδίδει εκτόπισμα στα ούτως ή άλλως πληθωρικά κυβικά τους.
-«Πετάχτηκα από τη Βασσάρα χθες να την παρηγορήσω για τον ξαφνικό χαμό του 4ου άντρα της».
Γκιόσσα: Κατσικομούρα, αντιπαθέστατη γυναίκα.
-«Μα να μου μιλήσει με τέτοιο στόμφο η παλιογκιόσσα;».
Γύναιο: Κατώτατος γυναικείος χαρακτηρισμός, υποδεικνύει το ήθος και την χαμέρπεια. Χρησιμοποιούταν κατά κόρον με το πρόθεμα «παλιό».
«Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο το παλιογύναιο».
Διάτανε: Ο σαματατζής, ο άτακτος που την ενοχλεί ενώ προσπαθεί να κάνει κάτι.
«Σταμάτα λίγο ρε διάτανε να ακούσω τί μου λένε στο τηλέφωνο».
Δραγουμάνος: Αυτός που πετάγεται συνεχώς και δεν την αφήνει να μιλήσει ασκώντας της κάποιο είδος καταπίεσης.
-«Τώρα εσύ, τι παριστάνεις, τον Δραγουμάνο που θα σε φοβηθώ;»
Εντάξει και παραεντάξει: Υπέρ του δέοντος εντάξει.
-«Μην ανησυχείς για μένα, εγώ είμαι εντάξει και παραεντάξει».
Θα σου φάω το κρέας: Θα με κάνεις κανίβαλλο. Έκφραση έντονης ζοχάδας η οποία συνοδευόταν πάντα με μια σφικτή γρονθιά την οποία δάγκωνε μέσα στο στόμα της στην προσπάθειά της να πνίξει την παρόρμησή της για να δαγκώσει κάποιον, συχνά η έκφραση συνοδευότανε και με την κατάληξη «ιιιιιιχ».
-«Φύγε από μπροστά μου μη σε βλέπω, θα σου φάω το κρέας, ιιιιιχ»!
Θεωρητικιά: Γυναίκα με αδιαπραγμάτευτη ομορφιά.
-«Αυτή η γυναίκα μου αρέσει, είναι θεωρητικιά».
Κατσομάρω: Η αχτένιστη και απεριποίητη. Η περιβόητη Κατσομάρω ήταν ένα κοριτσάκι μια πόρτα παραδίπλα στην αυλή που ζούσε η μαμά παιδάκι στην κατοχική Αθήνα του ‘40. Ήταν συνέχεια απεριποίητο και αχτένιστο γι’ αυτό τα υπόλοιπα παιδιά μαζεύονταν γύρω του φωνάζοντας και γελώντας δυνατά «Κα-τσο-μά-ρω Κά-τσο-μά-ρω»! Κάθε φορά που με έβλεπε αχτένιστη μου έλεγε:
-«Πώς είσαι έτσι, Κατσομάρω, πήγαινε βάλε καμιά χτένα στο κεφάλι σου».
Κατσούλικο/κατσουλάκι: Μικρό σε μέγεθος.
-«Μωρέ τι κατσούλικο κομμάτι είναι αυτό που έκοψες;»
Κουρελαρία: Παντελόνι τζιν συνήθως ξεβαμμένο, σκισμένο, αγαπημένο εφηβικό φετίχ που είθισται να βγαίνει από το σώμα μοναχά με χειρουργική επέμβαση.
-«Τι κουρελαρία είναι αυτή που φοράς καλέ; Φόρεσε μια φουστίτσα να φαίνεσαι κοριτσάκι».
Κούρσα: Αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού.
-«Ήρθε ένας και την πήρε με μια μπλε κούρσα».
Κουρσάκι: Αυτοκίνητο μικρού κυβισμού, Σμαρτ, ή Ζάσταβα.
-«Ήρθε ένας και την πήρε με ένα μπλε κουρσάκι».
Κωλιά: Τα γυναικεία οπίσθια.
-«Με αυτό το μαγιό φαίνονται τα κωλιά σου».
Λαδίκλα: Λεκές λαδιού πάνω σε μπλούζα, τον οποίο από ηθική υποχρέωση καλούταν να τον τρίβει στο χέρι με τις ώρες. Της την έδινε στα νεύρα μόνο που το σκεφτόταν.
-«Πήγαινε βάλε κάτι πρόχειρο για να μην πέσει πάνω σου καμία λαδίκλα».
Λίγδης: Πέρα από κάθε λογική πρόβλεψη, ο λίγδης στο προσωπικό λεξικό της μαμάς δεν έφερε την έννοια του φτωχού, αλλά του τσιγγούνη.
«Μα να μην κρατάει στα χέρια του ούτε μια παστούλα ο λίγδης».
Λιγδού: Η έχουσα λαδίκλα πάνω στα ρούχα της.
Παλιολιγδού δεν βλέπεις ότι έχεις γεμίσει τα ρούχα σου με λίγδες; Ποιος θα σου τις τρίψει αυτές»;
Μπριόζα: Γυναίκα με μπρίο.
Η Βουγιουκλάκη δεν ήταν ποτέ πολύ όμορφη, αλλά είχε μπρίο».
Μπρος: Κάθε φορά που για κάποιο λόγο έπρεπε να τσιτάρουμε όλοι, φώναζε δυνατά «μπρος, μπρος», εις διπλούν. Για παράδειγμα όταν με έκανε μπάνιο μικρή και με έτριβε δυνατά με το πεσκιρόπανο ή μετά όταν μου έβαζε καθαρό οινόπνευμα με το σκεπτικό ότι έτσι θα είμαι το πιο καθαρό  παιδάκι.
-(Τρίβοντάς μου με δύναμη το σκαλπ): «Μπροοοοος, μπροοοοος»...
Ξινίθρα: Το φαγητό μέσα στο οποίο έχει πέσει πολύ λεμόνι ή ξίδι.
«Απαπαπα, ξεχάστηκα φαίνεται καθώς έριχνα λεμόνι και η σούπα μου βγήκε σωστή ξινίθρα».
Όρνιο: Ντιπ για ντιπ βλάκας.
«Μα δεν σου έκοψε να τον ρωτήσεις πότε θα έρθει, βρε όρνιο»;
Πάπαρος:Ο εύσωμος ή χοντρός παπάς. Πέρα από τα υπόλοιπα, η μαμά αντιμετώπιζε σοβαρά θέματα αισθητικής κάθε φορά που έβλεπε μπροστά της παπά.
«Τον βλέπω τον πάπαρο να περνάει στολισμένο σαν λατέρνα και μου γυρίζουν τα συκώτια».
Πατσαβουρόγρια: Χαρακτηρισμός που δεν κολακεύει καθόλου, ιδιαίτερα όταν τον απήυθυνε σε άντρες, σελέμπριτις, πρώην ζεν πρεμιέ που κακογεράσανε.
«Α παπαπαπα, πως κατάντησε έτσι ο Π….., σωστή πατσαβουρόγρια».
Πουρού/δες: Γυναίκα καπνίστρια που τη βλέπει να ρουφάει τον καπνό απολαμβάνοντας την αποτρόπαια πράξη.
«Δεν μπορώ να την βλέπω να καπνίζει μέσα στο σπίτι, την πουρού».
Πρεζού/δες: Αυτή που καπνίζει σαν τσιμινιέρα.
«Η αδελφή σου έχει καταντήσει σωστή πρεζού από το πολύ τσιγάρο».
Πεσκιρόπανο: Μικρό τετράγωνο πετσετάκι με το οποίο κάνεις μπάνιο, ιδανικό για απαλή απολέπιση του σώματος.
-«Πήγαινε στην ντουλάπα που έχω τα πεσκιρόπανα και φέρε ένα».
Πουλαρίτσα (μου): Τρυφερή έκφραση υπέρτατης αγάπης, απευθυνόμενη σε εγγόνια.
«Πάρε πουλαρίτσα μου λίγο παγωτάκι και να πεις στη μάνα σου την τρελάρα ότι η γιαγιάκα στο επέτρεψε».
Σκατολοϊδια: Τα άνευ ουσίας, συνήθως υπερτιμημένα πράγματα.
«Το μαγαζί αυτό δεν είχε τίποτα της προκοπής, μόνο σκατολοϊδια που σου γεμίζουν την ντουλάπα».  
Τζάνταλα, μάντζαλα: Η περιττή σαβούρα που γεμίζει τα συρτάρια.
«Βοηθήστε με να μαζέψω τα τζάντζαλα  μάντζαλα που έχει το τραπέζι για να φάμε καμιά φορά».
Τουφομαλούθρα: Η τούφα που πέφτει στο μέτωπο και κρύβει τα μάτια.
-«Βγάλε την τουφομαλούθρα από το μάτι σου μην σωριαστείς και πέσεις».
Τσουλού/δες: Το πουτανάκι
«Δεν θέλω να ανοίγω την τηλεόραση, όλο τσουλούδες έχει».
Υπαρξίστρια: Αυτή που γεμίζει με σκουλαρίκια το αυτί και το σώμα της. Η λέξη έχει και άλλες εφαρμογές, κυρίως στο εμπνευσμένο, γκόθικ μακιγιάζ.
-«Πήγαινε σκούπισε λίγο το κραγιόν σου, σαν υπαρξίστρια είσαι».
Χαζομαρία/ες: Ανοησία, βλακεία, κουταμάρα.
«Τώρα υποτίθεται ότι αυτό είναι έργο τέχνης; Αυτό καλέ είναι σωστή χαζομαρία»!
Ψοφίκλω: Το πολύ κρύο, υπερθετικός του ψόφος.
«Μπρρρρ, άναψε γρήγορα το καλοριφέρ να ζεσταθούμε γιατί κάνει ψοφίκλω».
Ψωμούκλα: Ψωμί βουτηγμένο σε λάδι, υπέρτατα δαιμονοποιημένο λόγω περιττών θερμίδων.
«Αν θες να αδυνατίσεις να τρως από όλα κι από λίγο και κυρίως να κόψεις τις ψωμούκλες».

Προφανώς με τον καιρό θα μου έρχονται κι άλλες λέξεις ή εκφράσεις από το ιδιαίτερο λεξικό της μαμάς, οπότε σταδιακά θα τις συμπληρώνω στο αλφαβητάρι. Από αυτό μπορείτε να πάρετε μ ια μικρή γεύση για την πολυσύνθετη αυτή, σουρεάλ περσόνα ή ακόμα και να βρείτε κοινά σημεία οπτικοποιώντας στις εκφράσεις αυτές και τη δική σας μητέρα. Σε κάθε περίπτωση μην σταματάτε να ειρωνεύεστε και να διακωμωδείτε τη μαμά σας, σαν παιδί που διανύει παρατεταμένη εφηβεία. Έτσι, σας διαβεβαιώ, οι λέξεις αποκτούν όλη τους την σημασιολογία, ταξιδεύουν κι αφήνουν τα αισθητικά αποτυπώματα του ανθρώπου που τις πρόφερε κάποτε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μυαλού και της μνήμης και κυρίως, έχουν περισσότερο πλάκα.